βούλομαι


βούλομαι
DP хочу

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "βούλομαι" в других словарях:

  • βούλομαι — βούλομαι, βουλήθηκα βλ. πίν. 151 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • βούλομαι — will pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βούλομαι — και βουλιέμαι και βουλιούμαι (AM βούλομαι, Α και επιτ. τ. βόλομαι) 1. θέλω, επιθυμώ 2. λογαριάζω, σκέπτομαι να πράξω κάτι νεοελλ. αποφασίζω μσν. (για διάταξη νόμου) καθορίζω αρχ. φρ. 1. «εἰ βούλει» (ευγενική φράση φιλοφροσύνης) αν αγαπάς 2.… …   Dictionary of Greek

  • Ἐγὼ γὰρ λάλος, οὐκ’ ἀνδριὰς εἶναι βούλομαι. — ἐγὼ γὰρ λάλος, οὐκ’ ἀνδριὰς εἶναι βούλομαι. См. Молчит как статуя …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Κείρεσθαί μου τὰ πρόβατα, ἀλλ’ οὐκ ἀποξήρεσθαι βούλομαι. — κείρεσθαί μου τὰ πρόβατα, ἀλλ’ οὐκ ἀποξήρεσθαι βούλομαι. См. Доброго пастыря дело овец стричь, а кожи не снимать …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Οὐκ ἔχω πῶς ἐπαινέσω, ψέγειν δ’οὐ βούλομαι. — См. Чего хвалить не умеешь, того не хули …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • βούλεσθον — βούλομαι will pres imperat mp 2nd dual βούλομαι will pres ind mp 3rd dual βούλομαι will pres ind mp 2nd dual βούλομαι will imperf ind mp 2nd dual (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βεβούλησθε — βούλομαι will perf imperat mp 2nd pl βούλομαι will perf ind mp 2nd pl βούλομαι will plup ind mp 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βούλεσθε — βούλομαι will pres imperat mp 2nd pl βούλομαι will pres ind mp 2nd pl βούλομαι will imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βόλεσθε — βούλομαι will pres imperat mid 2nd pl (epic) βούλομαι will pres ind mid 2nd pl (epic) βούλομαι will imperf ind mid 2nd pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βεβουλημένον — βούλομαι will perf part mp masc acc sg βούλομαι will perf part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)